καταμισθούμαι

καταμισθούμαι
καταμισθοῡμαι, -όομαι (Α)
δεκάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-* + μισθοῦμαι (< μισθοῦμαι < μισθός), πρβλ. παρα-μισθούμαι, προ-μισθούμαι].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”